Δερβενακίων 8, 172 35, Δάφνη, Αττική, Ελλάδα
Babyspace Greece
info@babyspace.gr 210 9287300
2015-10-19 10:13:13 +0300 Υπάρχει αιτιολογική συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση φαρμάκων για τη διέγερση των ωοθηκών και την ανάπτυξη καρκίνου; Φάρμακα και καρκίνος μαστού/ωοθηκών

Φάρμακα και καρκίνος μαστού/ωοθηκών

Φάρμακα και καρκίνος μαστού/ωοθηκών 470 900
Άρθρο από Ευριπίδης Μαντούδης
Υπάρχει αιτιολογική συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση φαρμάκων για τη διέγερση των ωοθηκών και την ανάπτυξη καρκίνου;
Πρόσφατα δημοσιεύτηκε μια επιδημιολογική μελέτη από τη Δανία που καθησυχάζει την ιατρική κοινότητα αλλά και το ευρύ κοινό, γιατί αποδεικνύει πλέον με οριστικό και ξεκάθαρο τρόπο ότι δεν υπάρχει καμία συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση φαρμάκων για την υπογονιμότητα (για τη διέγερση των ωοθηκών) και την ανάπτυξη καρκίνου (μαστού ή ωοθηκών).

Η μελέτη αυτή δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε 2 μέρη (‘Risk of Breast Cancer After Exposure to Fertility Drugs: Results from a Large Danish Cohort Study’ Jensen A et al 2007 Cancer Epidemiol Biomarkers Prev 16(7):1400-7 και ‘Use of fertility drugs and risk of ovarian cancer: Danish population based cohort study’ Jensen A et al 2009 BMJ 338:b249). Η Δανία είναι η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό γέννησης παιδιών με τη βοήθεια της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Στη μελέτη αυτή μελετήθηκαν 54.362 γυναίκες που απευθύνθηκαν σε κλινικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στη Δανία από το 1963 ως το 1998. Είναι η μεγαλύτερη μελέτη σε αριθμό συμμετεχόντων που έχει ποτέ διεξαχθεί και η μόνη που θεωρείται ότι μπορεί να δώσει οριστικές και ξεκάθαρες απαντήσεις χάρη στη δύναμη της στατιστικής της ανάλυσης. Πιο αναλυτικά:

Συμπέρασμα 1:
«Δεν υπάρχει καμία σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και χρήσης φαρμάκων για την υπογονιμότητα. Δεν υπάρχει συσχέτιση με τον αριθμό των  κύκλων ούτε με τον αριθμό των χρόνων από την πρώτη χρήση των φαρμάκων.»
Οι ερευνητές εντόπισαν 331 περιστατικά και σημειώνουν ότι απαιτείται περαιτέρω παρακολούθηση στην ομάδα των γυναικών που παραμένουν άτεκνες, λόγω του μικρού αριθμού γυναικών σε αυτή την ομάδα. 

Συμπέρασμα 2:
«Δεν παρατηρείται αύξηση της πιθανότητας ανάπτυξης καρκίνου των ωοθηκών μετά από τη χρήση γοναδοτροφινών. Δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στα φάρμακα για την υπογονιμότητα, ανεξαρτήτως του αριθμού κύκλων, του χρόνου παρακολούθησης ή του αριθμού των παιδιών κάθε γυναίκας.»
Οι ερευνητές εντόπισαν 156 περιστατικά και σημειώνουν ότι οι προηγούμενες αντίστοιχες μελέτες δεν είχαν τη δυνατότητα να δώσουν οριστικές και ξεκάθαρες απαντήσεις λόγω μη ακριβούς στατιστικής ανάλυσης (εκτίμηση παραγόντων κινδύνου) και λόγω σύγκρισης με λάθος πληθυσμό ελέγχου (συνέκριναν τις γυναίκες με υπογονιμότητα και χρήση φαρμάκων με το γενικό πληθυσμό, ενώ το σωστό θα ήταν να συγκρίνονται με γυναίκες με υπογονιμότητα που δεν έκαναν χρήση φαρμάκων).

Καταλήγουν ότι πλέον φαίνεται πως η πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου αυξάνεται λόγω παραγόντων που έχουν σχέση με την ίδια την υπογονιμότητα της γυναίκας (στο παρελθόν έχει προταθεί ότι η ενδομητρίωση αποτελεί παράγοντα κινδύνου) και όχι εξαιτίας της χρήσης φαρμάκων για τη διέγερση των ωοθηκών. Τονίζουν ότι η έρευνα πρέπει πλέον να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι επιδημιολογικές μελέτες στηρίζουν την κλινική εμπειρία: τα φάρμακα για τη διέγερση των ωοθηκών είναι απαραίτητα για την επιτυχία της θεραπείας της υπογονιμότητας. Εννοείται όμως ότι το ιδανικό όμως είναι να χορηγούνται όσο το δυνατόν λιγότερα φάρμακα γιατί με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η «ιδανική» διέγερση ωοθηκών και αποφεύγονται και οι ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η υπερδιέγερση ωοθηκών. Σκοπός της θεραπείας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι το θετικό αποτέλεσμα όσο το δυνατόν πιο σύντομα, δηλαδή με όσο το δυνατόν λιγότερους κύκλους εξωσωματικής.

Η ανησυχία που υπήρχε στο παρελθόν
Η ασφάλεια ήταν πάντα ένα μεγάλο ερώτημα σχετικά με τη χρήση των φαρμάκων για τη διέγερση των ωοθηκών. Είναι γνωστό ότι κάποιοι τύποι καρκίνου στις γυναίκες (π.χ. κάποιοι τύποι καρκίνου του μαστού) είναι ορμονο-εξαρτώμενοι, δηλαδή ‘τρέφονται’ / μεγαλώνουν / αναπτύσσονται από την παρουσία των αναπαραγωγικών ορμονών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μέρος της θεραπείας είναι η καταστολή της παραγωγής των ορμονών αυτών με σκοπό τη συρρίκνωση του όγκου. Άρα προκύπτει το εύλογο ερώτημα: μήπως η χορήγηση ορμονών εξωγενώς για τη διέγερση των ωοθηκών κατά τη θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής θα προκαλέσει καρκινογένεση είτε άμεσα είτε αργότερα στη ζωή της γυναίκας; Το θέμα αυτό εξετάζεται με συνεχείς κλινικές μελέτες από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής των θεραπειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έως σήμερα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αίσθηση προκάλεσαν 2 κλινικές μελέτες (Whittemore AS et al 1992 Am J Epidemiol 136:1184-203 και Rossing MA et al 1994 N Engl J Med 331:771-6) όπου φαινόταν ότι η χρήση των φαρμάκων για τη διέγερση των ωοθηκών αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου των ωοθηκών. Στην 1η μελέτη αναφέρθηκαν 12 περιστατικά, ενώ στη 2η αναφέρθηκαν 9 περιστατικά. Μετά από αυτές τις 2 μελέτες, και με δεδομένο το εξαιρετικά μικρό δείγμα περιστατικών σε αυτές, υπήρξε μια έκρηξη αντίστοιχων επιδημιολογικών μελετών προκειμένου να επιβεβαιωθούν ή να απορριφθούν οριστικά τα ευρήματα.
Όλα αυτά τα χρόνια που εφαρμόζονται οι θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής  έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία περιπτώσεις κατά τις οποίες γυναίκες που ανέπτυξαν καρκίνο των ωοθηκών ή του μαστού είχαν στο παρελθόν λάβει φαρμακευτική αγωγή για τη διέγερση των ωοθηκών μέσα στα πλαίσια θεραπείας για την υπογονιμότητα. Ο στόχος των επιδημιολογικών μελετών ήταν να διεξαχθούν μελέτες με μεγάλους αριθμούς συμμετεχόντων και σωστή στατιστική ανάλυση έτσι ώστε είτε να επιβεβαιωθεί η αιτιολογική σχέση ανάμεσα στη χρήση των φαρμάκων για τη διέγερση των ωοθηκών και την ανάπτυξη καρκίνου είτε τα περιστατικά ανάπτυξης καρκίνου να θεωρηθούν οριστικά πια «τυχαία».
Οι περισσότερες τέτοιες μελέτες όμως, σύμφωνα με τους Brinton LA et al (Fertility & Sterility 2005;83:261-74), αντιμετώπισαν βασικά προβλήματα:
•    Μικρός αριθμός συμμετεχόντων (άρα δεν υπήρχε δυνατότητα στατιστικής ανάλυσης για διεξαγωγή οριστικών αποτελεσμάτων),
•    Σύντομο χρονικό διάστημα παρακολούθησης των γυναικών (άρα μεγάλο μέρος των πληροφοριών ‘χανόταν’),
•    Ανακριβείς πληροφορίες για τα φάρμακα και τις ενδείξεις χρήσης τους,
•    Αδυναμία να γίνει ο διαχωρισμός αν τελικά για την ανάπτυξη καρκίνου ευθύνονται τα φάρμακα ή η ίδια η υπογονιμότητα (αν υπάρχει κάποιο κοινό γενετικό αίτιο για την εμφάνιση της υπογονιμότητα και την ανάπτυξη καρκίνου).
Γενικά οι μελέτες ήταν καθησυχαστικές, αλλά υπήρχαν αναφορές για ελαφρώς αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου σε κάποιες ειδικούς πληθυσμούς γυναικών, π.χ. σε όσες τελικά μένουν άτεκνες, όσες παρακολουθούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα ή όσες λαμβάνουν τα φάρμακα για μεγάλο αριθμό κύκλων. Υπήρχε λοιπόν μεγάλη ανάγκη για μια επιδημιολογική μελέτη που θα έδινε την απάντηση για όλες τις περιπτώσεις με οριστικό και ξεκάθαρο τρόπο. Η μελέτη που έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις χάρη στο μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων και τη δύναμη της στατιστικής ανάλυσης είναι η μελέτη από τη Δανία που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Σχόλια

Neutral avatar

Σχετικά άρθρα


Οι υποστηρικτές μας