Δερβενακίων 8, 172 35, Δάφνη, Αττική, Ελλάδα
Babyspace Greece
info@babyspace.gr 210 9287300
2015-10-22 10:16:44 +0300 Πώς θα εξηγήσουμε στα παιδιά την έννοια του Θεού, της Ανάστασης, των μαρτυρίων και πώς απαντάμε στις δύσκολες ερωτήσεις τους; Πως μιλάμε στο παιδί για τον Θεό

Πως μιλάμε στο παιδί για τον Θεό

Πως μιλάμε στο παιδί για τον Θεό 470 900
Πώς θα εξηγήσουμε στα παιδιά την έννοια του Θεού, της Ανάστασης, των μαρτυρίων και πώς απαντάμε στις δύσκολες ερωτήσεις τους;
Ποια είναι η κατάλληλη ηλικία να μιλήσουμε στο παιδί για το Θεό;
Περιορισμός στην ηλικία για να μιλήσουμε στα παιδιά ή να τα εθίσουμε στη θεϊστική γλώσσα δεν υπάρχει. Από την ημέρα της γέννησής του το παιδί εκτίθεται στον κόσμο των ενηλίκων και των ανηλίκων. Συναναστρέφεται, δηλαδή, με ανθρώπους κάθε ηλικίας που ανήκουν στο περιβάλλον του και οι οποίοι είναι φορείς πεποιθήσεων και αντιλήψεων με ποικίλο περιεχόμενο (θρησκευτικό, πολιτικό, οικονομικό κλπ.). Μέσα από αυτή τη συναναστροφή το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα προσφερόμενα πρότυπα των ενηλίκων και διαμορφώνει τον κόσμο που το περιβάλλει. Ταυτόχρονα το παιδί αρχίζει να οικειοποιείται το λεξιλόγιο και τις αντιδράσεις στις διάφορες συναισθηματικές προκλήσεις που δέχεται από τους ανθρώπους που το περιβάλλουν με λεκτικά ή με μη λεκτικά μέσα (χειρονομίες, μορφασμούς, στάση του σώματος κ.ά.). Με την έννοια αυτή δεν είναι λάθος να πούμε ότι κάθε ηλικία έχει το δικό της τρόπο για να ευαισθητοποιηθεί το παιδί στην έννοια και την αντίληψη για το Θεό. Ιδιαίτερα δε στη νηπιακή ηλικία η έννοια του Θεού αποτυπώνεται μέσω του βιώματος της αγάπης, της εμπιστοσύνης, της φροντίδας και της στοργής που οι γονείς του νηπίου και ιδιαίτερα η μητέρα του (ή το νόμιμο υποκατάστατό της σε περίπτωση που για διάφορους λόγους η φυσική παρουσία της μητέρας απουσιάζει) επιδεικνύουν και προσφέρουν σ’ αυτό.

Με ποιο τρόπο μεταφέρουμε στο παιδί την έννοια του Θεού;
Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η όλη οικογενειακή ατμόσφαιρα σε θέματα έκφρασης θρησκευτικών πεποιθήσεων και αξιών αντανακλάται στην καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων που συναναστρέφονται το παιδί. Αυτό σημαίνει ότι αν οι γονείς, και περισσότερο η μητέρα, δείχνουν σεβασμό σε θρησκευτικά θέματα και ιδιαίτερα το κοσμοείδωλο και η βιοθεωρία τους εμπνέεται από το σεβασμό και τη λελογισμένη εξάρτηση από την ύψιστη οντολογική πραγματικότητα που ονομάζουμε Θεό, τότε είναι πολύ φυσικό το παιδί να δεχτεί το πρώτο και ουσιαστικό ερέθισμα για τη δημιουργία μιας θετικής αντίληψης για τη νοητική εικόνα του Θεού. Η εικόνα αυτή εμπλουτίζεται όχι με θεωρητικά μέσα ή τρόπους αλλά με καθημερινά βιώματα που εκφράζονται από τα εντεταλμένα για την ανατροφή του παιδιού πρόσωπα. Με άλλα λόγια, τα πρόσωπα αυτά ανάλογα με το βαθμό θρησκευτικότητάς τους και τη συμμετοχή τους στα δρώμενα της θρησκευτικής παράδοσης στην οποία ανήκουν (τόσο στο επίπεδο της συμμετοχής στα λατρευτικά δρώμενα όσο και στην εφαρμογή των αξιών που πηγάζουν από τη διδασκαλία της θρησκευτικής τους παράδοσης) επιδρούν ως παραδειγματικές εμπειρίες στο παιδί. Το παιδί, δηλαδή, θα διαμορφώσει μια αντίληψη για το Θεό ως στοργικού ή τιμωρού πατέρα, φιλάνθρωπου ή μισάνθρωπου, παντοδύναμου ή αδύναμου κ.λπ. που εν πολλοίς θα είναι επηρεασμένη από όσα αυτό δέχεται και βιώνει ως καθημερινή εμπειρία της συμπεριφοράς των γονέων του πρώτιστα απέναντι σ’ αυτό το ίδιο και δευτερευόντως απέναντι στα υπόλοιπα πρόσωπα με τα οποία οι γονείς του σχετίζονται και συναναστρέφονται.

Πώς απαντά  ένας  γονιός που είναι αλλόθρησκος ή άθεος σε σχετικές ερωτήσεις του παιδιού; Πώς χειριζόμαστε την κατάσταση όταν οι δυο γονείς προέρχονται από διαφορετικά θρησκευτικά, αντίθετα κατά μια έννοια, περιβάλλοντα (π.χ. μουσουλμάνος-χριστιανός);
Το θέμα των απαντήσεων σε ερωτήσεις θρησκευτικού χαρακτήρα των παιδιών από μέρους των γονέων που ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις εξαρτάται από τον τρόπο που οι γονείς βιώνουν τη διαφορετικότητα αλλά και τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης των θρησκευτικών παραδόσεων στις οποίες ο καθένας τους ανήκει. Με άλλα λόγια, αν οι γονείς έχουν ευαισθησία στη σαφή διάκριση και διατήρηση των ιδιαιτεροτήτων των θρησκευτικών τους παραδόσεων, τότε ασφαλώς αυτό θ’ αντανακλάται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν γενικότερα την ανοχή και το σεβασμό της άλλης άποψης. Με άλλα λόγια, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων αποτελεί, νομίζω, καθοριστικό παράγοντα και κριτήριο του τρόπου με τον οποίο οι γονείς οφείλουν να υιοθετήσουν για να αντιμετωπίσουν τη θρησκευτική ανατροφή των παιδιών τους. Θα υιοθετήσουν, δηλαδή, γενικά κριτήρια που θα αναφέρονται στις κοινές αξίες που οι θρησκευτικές παραδόσεις έχουν μεταξύ τους (αγάπη, αλληλεγγύη, δικαιοσύνη, φιλανθρωπία κ.λπ) ή θα εστιάσουν το ενδιαφέρον τους σε διαχωριστικές συνιστώσες, όπως είναι λ.χ. ο δογματισμός, ο φονταμενταλισμός, η μισαλλοδοξία, η απαξίωση της διαφορετικότητας κ.λπ. Νομίζω, πάντως, ότι σε αυτές τις περιπτώσεις οφείλει να επικρατεί ο αλληλοσεβασμός τόσο των κοινών όσο και των διαφορετικών θρησκευτικών απόψεων που οι γονείς των μεικτών γάμων έχουν μεταξύ τους. Εξάλλου, σε τελευταία ανάλυση αυτή η πρακτική θα πρέπει να δοκιμάστηκε αρκούντως όταν οι γονείς αυτοί έλαβαν την απόφαση να ζήσουν με τα δεσμά του γάμου.

Πώς εξηγούμε και τι λέμε στα παιδιά για την Ανάσταση και τα μαρτύρια του Χριστού;
Ο καλύτερος τρόπος για να εισαγάγουμε τα παιδιά σε αυτά τα θέματα είναι η αφήγηση (με βάση καλές μεταφράσεις των σχετικών ευαγγελικών κειμένων ή καταξιωμένων λογοτεχνικών αποδόσεων). Η αφήγηση καλό θα είναι να συνδυάζεται με τη συμμετοχή των παιδιών στα αντίστοιχα λειτουργικά δρώμενα. Με άλλα λόγια, τόσο τα Πάθη όσο και η Ανάσταση του Χριστού αναπαριστώνται σε ετήσια βάση στην Ορθόδοξη Εκκλησία με σκοπό να διδαχθεί, μεταξύ άλλων, ο συμμετέχων και η συμμετέχουσα τη σωτηριώδη επέμβαση του Θεανθρώπου στα ανθρώπινα. Η επέμβαση αυτή δεν έγινε χωρίς τίμημα. Το τίμημα ήταν να αντιληφθεί ο άνθρωπος που ανήκει σ’ αυτή τη θρησκευτική παράδοση ότι η σωτηρία του συνίσταται στη βίωση και κατανόηση της διδασκαλίας του Χριστού για αγάπη, αυταπάρνηση, προσφορά στο συνάνθρωπο κ.λπ. Οι αξίες αυτές πολύ λίγο έγιναν αντιληπτές από τους διώκτες του Χριστού με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε δίκη και καταδίκη. Μια τέτοια αφήγηση δε θα πρέπει να εστιάζεται υπερβολικά στα εξωτερικά στοιχεία του βασανισμού και της υπερφυσικής υπέρβασής τους. Εκείνο που έχει σημασία από θρησκευτική πλευρά είναι να τονιστεί ότι ο άνθρωπος που ακολουθεί το Χριστό δεν είναι μόνος στον αγώνα του για μια καλύτερη ζωή στην οποία θα επικρατεί περισσότερη δικαιοσύνη, αγάπη, αλληλεγγύη, σεβασμός του συνανθρώπου και της φύσης μέσα στην οποία ζει. Εκείνο που οπωσδήποτε έχει σημασία είναι να τονιστεί ότι σ’ αυτή την προσπάθεια ο άνθρωπος, που είναι μέλος της χριστιανικής κοινότητας, έχει στήριγμα και παράδειγμα το Χριστό. Ο Χριστός υπέφερε μέχρι τέλους για να βοηθήσει τον άνθρωπο να διεκδικεί την αληθινή του ανθρώπινη υπόσταση στον κόσμο που ζει. Αυτό το μήνυμα αισιοδοξίας εκφράζεται στα εκκλησιαστικά δρώμενα του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού και αυτό δε θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ως παιδαγωγών.

Πώς χειριζόμαστε ερωτήσεις που αφορούν στην ύπαρξη του «κακού» (ως αντίθετο του «καλού» με τη θρησκευτική τους διάσταση);
Το καλό και το κακό είναι σχετικές έννοιες και ως τέτοιες θα πρέπει να τις διαχειριζόμαστε. Το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις έννοιες αυτές με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι πρώτιστα οι γονείς και γενικά το οικογενειακό περιβάλλον είναι εκείνο που καθορίζει τα κριτήρια του τι είναι καλό και τι κακό. Στο θρησκευτικό τους πλαίσιο οι έννοιες αυτές κατανοούνται και βιώνονται  από το παιδί ανάλογα με τον τρόπο που οι γονείς και τα εντεταλμένα για την ανατροφή και την εκπαίδευση των παιδιών πρόσωπα συμπεριφέρονται ως εκφραστές των εννοιών αυτών σε συγκεκριμένες περιστάσεις της καθημερινής ζωής τους. Η συμπεριφορά των γονέων σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποκλείεται να είναι αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, θρησκευτικών πεποιθήσεων και αξιών που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση που οι γονείς ανήκουν. Η αποφυγή και η συγκράτηση, λ.χ., της οργής του γονέα για ένα παράπτωμα του παιδιού, όταν ακολουθείται από εξήγηση, συμβουλή, διάλογο και κατά το δυνατόν ειρηνική επίλυση του προβλήματος, μπορεί να θεωρηθεί ότι ενσαρκώνει την έννοια του καλού και όχι του κακού (ως εκδίκηση, τιμωρία κλπ). Αργά ή γρήγορα και ανάλογα με τη συχνότητα και τη συνέπεια που οι γονείς ανταποκρίνονται σε αυτό το είδος συμπεριφοράς, θα οδηγήσει το παιδί να διακρίνει τα κριτήρια του καλού και του κακού σε απλές, καθημερινές εκδηλώσεις και συμπεριφορές της ζωής του. Οι επιλεγμένες αφηγήσεις, επίσης, θρησκευτικού περιεχομένου συμβάλλουν στη διαμόρφωση αντίληψης εκ μέρους του παιδιού για την έννοια του καλού και του κακού. Τέτοιες αφηγήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η εξαγωγή βεβιασμένου ηθικού συμπεράσματος. Θα πρέπει, δηλαδή, η επεξεργασία της αφήγησης από μέρους των ενηλίκων να προσφέρει όλα τα περιθώρια στο παιδί να διαμορφώνει μόνο του την αντίληψη της έννοιας του καλού και του κακού. Με τον τρόπο αυτό εξασκείται σε ένα είδος κριτικής σκέψης που οπωσδήποτε θα το ωφελήσει στην αβίαστη επιλογή του καλού και την αποφυγή του κακού σε δεδομένες καταστάσεις της καθημερινότητάς του.  

Σχόλια

Neutral avatar

Σχετικά άρθρα


Οι υποστηρικτές μας