"Αν υπάρχουν βιβλία στο σπίτι, έστω και λίγα, και το παιδί βλέπει κάποτε τη μητέρα του ή τον πατέρα του να διαβάζουν ένα βιβλίο, κάποια στιγμή θα τους μιμηθεί" Ο Ηλίας Μαγκλίνης συζητά για το βιβλίο με την Χριστίνα Χρυσανθοπούλου στο babyspace.

-Μιλήστε μας λίγο για την πορεία που σας έφερε στη συγγραφή.

Στην αστροφυσική, και κυρίως στην κβαντική φυσική, υπάρχει μια θεωρία που κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος, μολονότι δεν έχει αποδειχθεί: πρόκειται για την θεωρία περί ύπαρξης παράλληλων συμπάντων, παράλληλων κόσμων. Φαίνεται ότι μπορεί να υπάρχουν αναρίθμητοι εαυτοί, εκδοχές του δικού μας εαυτού και της ζωής που ζούμε εδώ, σε αυτό το σύμπαν, οι οποίοι εαυτοί όμως, ο κάθε ένας, ακολουθεί και από μια διαφορετική επιλογή ζωής. Π.χ., αν σε αυτό το σύμπαν επιλέξατε να παντρευτείτε και να κάνετε παιδιά, σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, ο εκεί εαυτός σας μπορεί να επέλεξε κάποιον άλλο άνδρα για σύζυγο, σε ένα τρίτο μπορεί να μην παντρεύτηκε καν, σε ένα τέταρτο το διερχόμενο αυτοκίνητο που, ευτυχώς, αποφύγατε την τελευταία στιγμή χωρίς να πάθετε γρατζουνιά, μπορεί να σας παρέσυρε και να σας σκότωσε κ.ο.κ. 
Δεν ξέρω αν θα αποδειχθεί ποτέ αυτή η θεωρία και, για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενδιαφέρει. Είναι τόσο συναρπαστική, τόσο ερεθιστική, τόσο σοκαριστική και μόνο σαν σκέψη, που αρκεί. Και, βέβαια, συνοψίζει τη δική μου, προσωπική σχέση με το γράψιμο και τη μυθοπλασία: τη δυνατότητα να δημιουργείς άπειρα σύμπαντα, εναλλακτικούς κόσμους, άπειρες διακλαδώσεις ζωής και πεπρωμένων, χωρίς όμως αυτοί οι κόσμοι να μοιάζουν «φανταστικοί». Αυτή η έμφυτη ροπή προς το πλάσιμο κόσμων που μοιάζουν τόσο πολύ με τον δικό μας αλλά που έχουν τη δική τους νομοτέλεια, ήταν μαζί μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, άλλο αν δημοσίευσα το πρώτο μου διήγημα το 2001, όταν ήμουν τριάντα ενός ετών.

-Ποιό μήνυμα επανέρχεται στις ιστορίες σας;

Δεν υπάρχει κανένα μήνυμα. Υπάρχουν όμως σχήματα που όντως επαναλαμβάνονται: η ρευστότητα της ταυτότητας, η σημασία της μνήμης, η επίδραση των τραυμάτων στο χρόνο, το σώμα ως κάτι φθαρτό, ρευστό και διόλου αυτονόητο, η ανατροπή και η παράδοξη έλξη της αρρώστιας, η εισβολή της Ιστορίας στον μικρόκοσμο μιας οικογένειας ή ενός ατόμου, η απώλεια, η απουσία, ο πόνος, ο θάνατος.

-Τι θέλετε να «διδάξετε» μέσα από τα βιβλία σας;

Απολύτως τίποτα. Είναι κάτι που το αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι. Με έναν τρόπο αυτιτιστικό έχω την ανάγκη να γεννάω αφηγήσεις. Βεβαίως, δεν γράφω για τον εαυτό μου, γράφω όμως από τον εαυτό μου. Κι αν υπάρχει ένας απώτερος στόχος, αυτός είναι όχι να δώσω απαντήσεις αλλά να θέσω με τον δραστικότερο δυνατό τρόπο κάποια ερωτήματα. Αν θέλει ο αναγνώστης, μπορεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις αν και θα πρότεινα να προσπαθήσει να προσθέσει νέα ερωτήματα σε αυτά που τίθενται μέσα από το εκάστοτε κείμενο.

-Από που πηγάζει η έμπνευση σας; Καμουφλαρισμένη πραγματικότητα ή ιστορίες της φαντασίας;

Υπάρχει  μια εξαιρετική αμερικανική ταινία με τον τίτλο «Storytelling», γυρισμένη το 2001 από τον σκηνοθέτη Todd Solondz. Σε αυτή, παρακολουθούμε μια νεαρή, όμορφη φοιτήτρια να σπουδάζει δημιουργική γραφή σε πανεπιστήμιο κάπου στην Αμερική. Καθηγητής της είναι ένας απορριπτικός, αυστηρός, κακότροπος, προσβλητικός Αφροαμερικανός συγγραφέας, ο οποίος μισεί τους λευκούς, βγάζοντας τα απωθημένα του στις (λευκές) φοιτήτριές του - στο κρεβάτι τις νύχτες, εντελώς παράτυπα και παράνομα. Όταν η φοιτήτρια τον συναντάει τυχαία σε ένα μπαρ, κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας (σε μια τελευταία, απέλπιδα προσπάθεια να τον προσεγγίσει ως καθηγητή), πίνουν ένα ποτό μαζί και βέβαια καταλήγουν στο διαμέρισμά του. Αυτό που θα ακολουθήσει δεν είναι ακριβώς βιασμός, είναι όμως μια βάναυση ερωτική επαφή, καθώς ο μαύρος καθηγητής ξεσπάει πάνω της όχι τόσο με φυσική όσο με μια λεκτική βία.
Η κοπέλα επιστρέφει σπίτι της συντετριμμένη, μετά από λίγες ημέρες όμως καταφέρνει να μεταφέρει την τραυματική αυτή εμπειρία της στο χαρτί και, μάλιστα, την διαβάζει ως διήγημα στην τάξη - παρόντος του καθηγητή. Οι συμφοιτητές της όμως βρίσκουν την ιστορία αναληθοφανή, διόλου πειστική, ενώ ειδικά οι συμφοιτήτριές της εξοργίζονται διότι η γυναίκα στο διήγημα παρουσιάζεται περίπου ως μαζοχίστρια, ως θύμα. Όταν πια κάποιες φοιτήτριες ισχυρίζονται θυμωμένες ότι το διήγημα δεν είναι διόλου ρεαλιστικό, η επίδοξη συγγραφέας (και παθούσα) φωνάζει κλαίγοντας: «Το γεγονός συνέβη όμως!». Παγερή σιωπή πέφτει στην τάξη. Η τελευταία ατάκα ανήκει στον καθηγητή και «ήρωα» του διηγήματος: «Δεν ξέρω αν συνέβη, μόλις όμως αρχίζεις να γράφεις, αυτό που γράφεις μετατρέπεται σε μυθοπλασία» (once you start writing something, it becomes fiction).
Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που κανείς αρχίζει να γράφει τις προσωπικές του εμπειρίες, υπάρχει πάντα η βεβαιότητα της ακούσιας, ασυνείδητης μετάπλασης του πραγματικού γεγονότος σε κάτι που μπορεί να ισοδυναμεί με επινόηση. Θα σας δώσω ένα άλλο παράδειγμα. Θυμηθείτε πόσες φορές στη ζωή σας είχατε μια εμπειρία μαζί με κάποιον άλλο, κι όταν αρχίζετε να διηγείστε αυτή την εμπειρία σε έναν τρίτο, το πρόσωπο που ήταν μαζί σας στο συμβάν, σας διακόπτει λέγοντας: «Δεν τα λες καλά, δεν τα θυμάσαι σωστά» κτλ. Σας διορθώνει για να τον /την διορθώσετε κι εσείς με τη σειρά σας στη συνέχεια. Σκεφτείτε επίσης κάτι που σας έχει συμβεί, το οποίο, όταν αργότερα το αφηγείστε, η διήγησή σας, ο άξονας, η οπτική γωνία, οι εκφράσεις που πηγαία χρησιμοποιείτε, ακόμα και η γλώσσα του σώματος, μεταβάλλονται ανάλογα με το ποιον έχετε απέναντί σας, σε βαθμό τέτοιο που συχνά να επηρεάζεται η ακριβή σειρά των γεγονότων. Για να μιλήσουμε με νομικούς όρους, οι αφηγήσεις δεν πατάνε ποτέ πάνω στο γράμμα αλλά πάνω στο πνεύμα του νόμου ενός γεγονότος.
Ο αφροαμερικανός καθηγητής της ταινίας στην οποία αναφέρθηκα λοιπόν θίγει ένα πολύ σημαντικό, εμβληματικό θα έλεγα κομμάτι της υπόθεσης που ονομάζουμε αφήγηση: όταν κάτι που έχουμε ζήσει αρχίζουμε να το αφηγούμαστε, είτε προφορικά αλλά πολύ περισσότερο γραπτώς (που σημαίνει: μονάχοι μας, μέσα στον ιδιωτικό μας χώρο και χρόνο, σε μια διαρκή μυστική συνομιλία με τον εαυτό μας), το μετατρέπουμε πάντα σε κάτι άλλο, αυτό που βγαίνει στο χαρτί δεν αποδίδει παθητικά το πραγματικό γεγονός αλλά το αναδημιουργεί, η αφήγηση αυτονομείται από το γεγονός. Αποκτά λοιπόν στοιχεία μυθοπλασίας. Γι’ αυτό και λέγεται συχνά ότι η μνήμη είναι η κορυφαία μυθοπλασία. Οι Ρώσοι έχουν μια πολύ ενδιαφέρουσα, σχετική παροιμία: «Λέει ψέματα σαν αυτόπτης μάρτυς». Παραδοξολογία που φανερώνει νομίζω σε ποιο βαθμό ισοδυναμεί με βήματα πάνω σε κινούμενη άμμο το να προσπαθείς να ανασυστήσεις ένα πραγματικό γεγονός. Κι αυτό, διότι κάθε προσωπική εμπειρία φιλτράρεται από τις προσωπικές μας, υποκειμενικές μας προλήψεις και προσλήψεις, κυρίως φιλτράρεται από τη μνήμη, που όπως καλά ξέρουμε είναι πάντοτε επιλεκτική.
Σε κάθε περίπτωση, το δίπολο «καμουφλαρισμένη πραγματικότητα ή ιστορίες της φαντασίας» μου είναι περίπου αδιάφορο. Το ζητούμενο είναι, είτε πρόκειται για το πρώτο είτε για το δεύτερο, να υπάρχει μέσα στον τρόπο του κειμένου η αισθητική πρόθεση – θεμελιώδης αρχή της μυθοπλασίας.

-Τι σας έχει διδάξει η συγγραφή;

Σας παρακαλώ να μου απευθύνετε αυτή την ερώτηση κάμποσες δεκαετίες μετά. Με δύο βιβλία και μερικά διηγήματα είναι πολύ νωρίς για να δώσω μιαν απάντηση. Πάντως, χωρίς τη συγγραφή η καθημερινότητά μου είναι λειψή.

-Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς για να κάνουν τα παιδιά τους να αγαπήσουν το βιβλίο;

Να πηγαίνουν βόλτες στα βιβλιοπωλεία τα Σάββατα και να τα αφήνουν να παίζουν ανάμεσα στους πάγκους των βιβλίων. Και να τα βοηθούν να επιλέγουν τίτλους με μια όσο το δυνατόν πιο λεπτή και διακριτική κατεύθυνση, να μη νιώσει το παιδί ότι ο γονιός του υποδεικνύει κάτι. Να νιώσει ότι και ο γονιός είναι συνένοχος στο βιβλίο που θα επιλέξει. Αν πάντως υπάρχουν βιβλία στο σπίτι, έστω και λίγα, και το παιδί βλέπει κάποτε τη μητέρα του ή τον πατέρα του να διαβάζουν ένα βιβλίο, κάποια στιγμή θα τους μιμηθεί. Τα παιδιά ακολουθούν αυτά που κάνουν οι γονείς τους, όχι αυτά που τους λένε.

-Είναι ένα ικανό μέσο εκπαίδευσης το βιβλίο; Πώς μπορούν οι γονείς να συνδράμουν και να αναδείξουν αυτό το στοιχείο;

Νομίζω ότι απάντησα στην προηγούμενη ερώτηση. Πέρα όμως από ικανό μέσο εκπαίδευσης είναι ένας καλός αγωγός πλασίματος ενός εσώτερου και πιο ολοκληρωμένου εαυτού. Το βιβλίο δίνει ερεθίσματα – ανάλογα και με το δέκτη φυσικά.

-Θα θέλαμε να μας προτείνετε τα 10 δικά σας αγαπημένα παιδικά βιβλία, το προσωπικό σας «τοπ-10».

Θα σας απογοητεύσω αλλά δεν διάβασα ποτέ «παιδικά βιβλία», όπως δεν έβλεπα παιδικές εκπομπές στην τηλεόραση. Δεν ξέρω πώς συνέβη αλλά, πέρα από κάτι εικονογραφημένες εκδόσεις για την ελληνική μυθολογία ή, π.χ., για τον «κόσμο του βυθού», δεν έχω ιδέα για Πηνελόπη Δέλτα, δεν διάβασα Ζωρζ Σαρρή κτλ., χωρίς αυτό να σημαίνει την οποιαδήποτε μομφή. Όταν ήμουν περίπου δέκα χρόνων άρχισα να διαβάζω επιστημονική φαντασία (στην οποία δεν ανατρέχω πια ιδιαίτερα), από τις εκδόσεις του Κάκτου. Διάβαζα τους οκτώ τόμους του Ζακ Υβ Κουστώ από τις εκδόσεις Αλκυών (ο «κόσμος του βυθού» που σας έλεγα προηγουμένως;), και βέβαια, Ιούλιο Βερν – που ΔΕΝ είναι παιδικός συγγραφέας. Παραμένει αγαπημένος και σήμερα. Στα 12-13 ενθουσιάστηκα με την πατρική βιβλιοθήκη: «Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» του Καρτιέ, τη σειρά «Τα Φοβερά Ντοκουμέντα», τέτοια.

-Ποιός ήταν ο αγαπημένος σας ήρωας παιδικού βιβλίου; Κουβαλάτε μέσα σας αναμνήσεις από κάποιον μυθιστορηματικό ήρωα της παιδικής σας ηλικίας;

Όπως είπα, ο Ιούλιος Βερν δεν είναι παιδικός συγγραφέας, επειδή όμως πάντα τον παρουσίαζαν ως παιδικό συγγραφέα και τον διάβαζαν τα παιδιά, όπως τον διάβαζα κι εγώ, θα αναφέρω τον κάπτεν Νέμο από το «Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα»: μια πλούσια βιβλιοθήκη κάτω από τη θάλασσα, μου φαινόταν πάντοτε κάτι ονειρώδες – αν και σήμερα με πιάνει και ένα άγχος ασφυξίας.

-Ποιό κλασσικό έργο της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας θα θέλατε να δείτε στο σινεμά;

Δυστυχώς κανένα διότι, όπως ανέφερα και προηγουμένως, από κάποιο γύρισμα της τύχης δεν εντρύφησα σε κανένα βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας.

-Με ποιόν ήρωα της παιδικής λογοτεχνίας ταυτίζεστε περισσότερο;

Θα ανέφερα ξανά τον μοναχικό κάπτεν Νέμο του Βερν αλλά ας σταθώ σε έναν άλλο ήρωα βιβλίου που μάλλον κακώς λανσαρίστηκε ως παιδικό: τον Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν.

-Στον κόσμο ποιού λογοτεχνικού βιβλίου θα θέλατε να ζήσετε;

Είμαι μια χαρά εδώ που βρίσκομαι. Ωστόσο, αν γινόταν, θα ήθελα για καμιά δεκαριά μέρες να βρεθώ στο Μπρούκλιν του 1947, τόπος και χρόνος του μυθιστορήματος «Η επιλογή της Σόφι» του Ουίλιαμ Στάιρον.

Σώμα με σώμα, εκδόσεις Πόλις









Ανάκριση, εκδόσεις Κέδρος

ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣTΕ ΤΟ!
  • Currently 3/5 Stars.
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5